ἑξάστοιχος

ἑξά-στοιχος κριθή barley
A with six rows of grain on the ear, Thphr.HP8.4.2: -στῐχος in Colum.2.9.14.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εξάστοιχος — η, ο (Α ἑξάστοιχος, ον) (για κριθάρι) με στάχυ που αποτελείται από έξι σειρές κόκκων. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξα < ἕξ (πρβλ. ἑξάγραμμα) + στοίχος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.